Δευτέρα, 21 Ιουν 2021

Έσφαξε αμέτρητους Οθωμανούς κατά τη διάρκεια της Επανάστασης ωστόσο ποτέ δεν δέχθηκε να λαφυραγωγήσει τους αντιπάλους του. Μετά την απελευθέρωση, ο ανιψιός του Κολοκοτρώνη υπέστη φρικτά βασανιστήρια από τους Βαυαρούς χωροφύλακες και η αγνωμονούσα πατρίδα του χορήγησε απλώς μια άδεια προκειμένου να ζητιανεύει τυφλός έξω από την εκκλησία.  

Οι σωματικές του ικανότητες ήταν τρομερές. Έχοντας σκληραγωγηθεί από μικρός, απέκτησε από νωρίς σημαντική μυϊκή δύναμη, φημιζόταν για την ταχύτητά του, ενώ ριχνόταν με ορμή στη «φωτιά» του Αγώνα χωρίς να υπολογίζει τον κίνδυνο. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι σε μια από τις πρώτες κιόλας μάχες της Επανάστασης, που διεξήχθη στην περιοχή των Δολιανών την 18η Μαΐου 1821, αφαίρεσε αμέτρητες ζωές Οθωμανών πολεμώντας με τόση μανία, που σύμφωνα με την παράδοση έσπασε τρία σπαθιά και το τέταρτο μετά το πέρας της σφαγής οι συμπολεμιστές του αδυνατούσαν να το ξεκολλήσουν απ’ το χέρι του. Από την υπερένταση το κρατούσε τόσο σφιχτά, που είχε πάθει αγκύλωση. Ήταν η ημέρα που ο 40χρονος ήρωας λάμβανε το προσωνύμιο που θα τον συντρόφευε στο διηνεκές: «Νικηταράς ο Τουρκοφάγος».

Ανιψιός του Κολοκοτρώνη και αδελφός Αγίου

Ο Νικήτας Σταματελόπουλος, όπως ήταν το πραγματικό του ονοματεπώνυμο, γεννήθηκε στο σημερινό χωριό Νέδουσα της Μεσσηνίας, λίγο έξω από την Καλαμάτα. Ήταν ανιψιός του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, καθώς η μητέρα του ήταν αδελφή του «Γέρου του Μοριά» και απ’ την αρχή του εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα βρέθηκε στο πλάι του. Το μίσος που έτρεφε για τους Τούρκους ήταν άσβεστο καθώς το 1816 είχαν αποκεφαλίσει τον αδελφό του Ιωάννη (που αργότερα η Ορθόδοξη Εκκλησία αγιοποίησε ως «Άγιο Ιωάννη τον Τουρκολέκα») και την ίδια χρονιά οι Οθωμανοί σκοτώνουν και τον επικηρυγμένο πατέρα του Σταματέλο στο πλαίσιο των ανελέητων διωγμών κατά των κλεφταρματολών της Πελοποννήσου.

Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι σε μια από τις πρώτες κιόλας μάχες της Επανάστασης, που διεξήχθη στην περιοχή των Δολιανών την 18η Μαΐου 1821, αφαίρεσε αμέτρητες ζωές Οθωμανών πολεμώντας με τόση μανία, που σύμφωνα με την παράδοση έσπασε τρία σπαθιά και το τέταρτο μετά το πέρας της σφαγής οι συμπολεμιστές του αδυνατούσαν να το ξεκολλήσουν απ’ το χέρι του. 

Οι ευκαιρίες του Νικηταρά προκειμένου να πάρει εκδίκηση για το θάνατο των δικών του ανθρώπων ήταν πολλές μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης και δεν άφησε ούτε μια ανεκμετάλλευτη. Πήρε μεταξύ άλλων μέρος στη μάχη του Βαλτετσίου τον Απρίλιο του 1821 και των Δολιανών ένα μήνα αργότερα, στην πολιορκία και την άλωση της Τριπολιτσάς μαζί με τον θείο του τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, στη μάχη του Αγιονορίου Κορινθίας τον Ιούλιο του 1822, του Μεχμέταγα στις Ρίζες Αρκαδίας τον Ιούλιο του 1826, της Αράχοβας το Νοέμβριο του 1826 και του Φαλήρου τον Απρίλιο του 1827.

 

Μόνο στις εμφύλιες συγκρούσεις δεν μετείχε

Μόλις ξεκίνησαν οι εμφύλιοι σπαραγμοί το 1823, μεσούντος του Αγώνα, τάχθηκε όπως ήταν φυσικό υπέρ του θείου του και εναντίον της κυβέρνησης του πλοιοκτήτη Γεώργιου Κουντουριώτη. Παρά την υποστήριξή του στον Κολοκοτρώνη όμως, φρόντισε να τηρήσει μετριοπαθή στάση καθώς δεν έλαβε μέρος στις ντροπιαστικές μάχες μεταξύ πρόκριτων και οπλαρχηγών. Αυτό που ήθελε ήταν να υπάρξει το συντομότερο δυνατό εθνική συνεννόηση προκειμένου να πολεμηθεί ο κοινός εχθρός που δεν ήταν άλλος από την οθωμανική αυτοκρατορία. Θα δώσει τα πάντα προκειμένου να έρθει η πολυπόθητη ελευθερία και να δημιουργηθεί ανεξάρτητο νεοελληνικό κράτος. Η πατρίς όμως θα φανεί όπως θα δούμε, υπέρμετρα αγνωμονούσα προς το πρόσωπό του.

Θα συλληφθεί μαζί με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και άλλους οπλαρχηγούς από Βαυαρούς χωροφύλακες με την κατηγορία της συμμετοχής στην ανατροπή του καθεστώτος. Ωστόσο θα αθωωθεί λόγω έλλειψης στοιχείων.

Μετά την απελευθέρωση εντάσσεται στο Ρωσικό Κόμμα και στηρίζει σθεναρά την έλευση του Ιωάννη Καποδίστρια το 1828 ως πρώτου κυβερνήτη της Ελληνικής Πολιτείας. Με τη δολοφονία του πολύπειρου διπλωμάτη και την άφιξη του ανήλικου βασιλιά Όθωνα Α’ στο Ναύπλιο τον Ιανουάριο του 1833 όμως, τα πράγματα αλλάζουν. Θα συλληφθεί μαζί με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και άλλους οπλαρχηγούς από Βαυαρούς χωροφύλακες με την κατηγορία της συμμετοχής στην ανατροπή του καθεστώτος. Ωστόσο θα αθωωθεί λόγω έλλειψης στοιχείων.

Με υπογραφή του βασιλιά που παραβιάζει κάθε έννοια δικαίου, εξορίζεται στην Αίγινα τον Δεκέμβριο του 1839. Οι συνθήκες εκεί είναι άθλιες. Τον ρίχνουν σε ένα κελί γεμάτο υγρασία, το φαγητό είναι ελάχιστο και οι δεσμοφύλακες τον εξευτελίζουν και τον ξυλοκοπούν καθημερινά.

Φρικτά βασανιστήρια

Λίγο καιρό αργότερα θα ξανασυλληφθεί όμως και πάλι με την κατηγορία της συμμετοχής σε κίνημα ανατροπής του Στέμματος. Αν και δεν αποδεικνύεται ότι μετείχε στη σύσταση «μυστικής εταιρείας» (καθώς τα ενοχοποιητικά στοιχεία είχαν καταστραφεί) με αποτέλεσμα να αθωωθεί, οι Βαυαροί δεν δέχονται την απόφαση του δικαστηρίου. Με υπογραφή του βασιλιά που παραβιάζει κάθε έννοια δικαίου, εξορίζεται στην Αίγινα τον Δεκέμβριο του 1839. Οι συνθήκες εκεί είναι άθλιες. Τον ρίχνουν σε ένα κελί γεμάτο υγρασία, το φαγητό είναι ελάχιστο και οι δεσμοφύλακες τον εξευτελίζουν και τον ξυλοκοπούν καθημερινά. Οι ένστολοι υποβάλλουν το γέρικο κορμί του Νικηταρά σε φρικτά βασανιστήρια. Ολονύκτιες μαστιγώσεις και χτυπήματα με τα κοντάκια των όπλων έχουν ως αποτέλεσμα το τσάκισμα των αρθρώσεών του. Θα παραμείνει στην Αίγινα για περίπου ενάμιση χρόνο.

Ο άνθρωπος που κάποτε κατατρόπωνε τους Τούρκους βαστώντας στο στιβαρό χέρι στο σπαθί, τώρα το απλώνει στους περαστικούς για να του αφήσουν εάν θέλουν τον οβολό τους. Αυτή ήταν η ανταμοιβή για τους αγώνες που έδωσε.

Όταν αποφυλακίζεται με αμνηστία, δεν θυμίζει σε τίποτα τον αγέρωχο ήρωα της Επανάστασης. Έχει μείνει σκιά του εαυτού του, βαδίζει με δυσκολία και δεν βλέπει πλέον σχεδόν καθόλου εξαιτίας του σακχαρώδους διαβήτη που τον ταλαιπωρεί. Όταν τον βλέπει η μικρότερη κόρη, που του έχει παθολογική αδυναμία, δεν ξέρει τι να πει. Αντικρίζει μια φιγούρα που απλώς μοιάζει στον πατέρα της. Από το σοκ χάνει τα λογικά της και μέσα σε παραλήρημα μονολογεί: «ωραία που σου πάνε τα κόκκινα πατέρα μου», από τα αίματα που είχε πάνω τα ρούχα του.

Ζητιάνος στον Πειραιά

Ο Νικηταράς, ο αγωνιστής που ποτέ δεν καταδέχθηκε να λαφυραγωγήσει τους εχθρούς ή να πληρωθεί για τις υπηρεσίες του, επιστρέφοντας στο φτωχικό σπίτι που διατηρούσε Πειραιά, αναγκάζεται να καταφύγει στην ελεημοσύνη προκειμένου να ζήσει. Η πολιτεία του χορηγεί το δικαίωμα να στέκει κάθε Παρασκευή απόγευμα σε ένα συγκεκριμένο σημείο έξω από τον ιερό ναό της Ευαγγελίστριας του Πειραιά και να επαιτεί. Ο άνθρωπος που κάποτε κατατρόπωνε τους Τούρκους βαστώντας στο στιβαρό χέρι στο σπαθί, τώρα το απλώνει στους περαστικούς για να του αφήσουν εάν θέλουν τον οβολό τους. Αυτή ήταν η ανταμοιβή για τους αγώνες που έδωσε.

Όταν ο πρέσβης της Ρωσίας έμαθε με ποιον τρόπο ζούσε πλέον ο Νικηταράς, πήγε λένε στο πόστο που καθότανε. Ο οπλαρχηγός μόλις αντιλήφθηκε τον ξένο μάζεψε από ντροπή το χέρι του. «Τι κάνετε στρατηγέ μου;» ρώτησε ο επισκέπτης. «Απολαμβάνω την ελευθερία. Η πατρίδα, μου έχει χορηγήσει σύνταξη, απαντά ψευδώς, αλλά έρχομαι εδώ για να παίρνω μια ιδέα πως περνάει ο κόσμος». Ο πρέσβης κατάλαβε και άφησε διακριτικά φεύγοντας να του πέσει ένα πουγκί με χρυσές λίρες. Ο Νικηταράς άκουσε τον ήχο. Πήρε στα χέρια το σακουλάκι, το ψηλάφησε και φώναξε: «Κάτι σου έπεσε, πάρ’ το μην το βρει κανένας και το χάσεις».

Το 1843, όταν ο βασιλιάς Όθωνας αναγκάστηκε να παραχωρήσει Σύνταγμα, θα απονεμηθεί στον αγωνιστή ο βαθμός του υποστρατήγου μαζί με μια πενιχρή σύνταξη. Θα πεθάνει πάμφτωχος και τυφλός στις 25 Σεπτεμβρίου 1849. Ποτέ όμως δεν είπε πικρή κουβέντα για την πατρίδα του.   

 

Back To Top

Like what you see?

Hit the buttons below to follow us, you won't regret it...