Μεσούντος του Αγώνα για ελευθερία ο τσάρος πρότεινε αντί για ενα ανεξάρτητο ελεύθερο κράτος να δημιουργηθούν τρεις ηγεμονίες, φόρου υποτελείς στον σουλτάνο

Μπορεί ο Ελληνισμός κατά τη διάρκεια της εθνικοαπελευθερωτικής Επανάστασης του 1821 να λαχταρούσε την ίδρυση αυτόνομου κράτους, ωστόσο μεσούντος του Αγώνα, βρέθηκε ενώπιον ενός σχεδίου δημιουργίας... τριών ξεχωριστών κρατών στην περιοχή μας, κάτι που λίγοι θυμούνται στις μέρες μας. Εμπνευστής του εγχειρήματος ήταν η τσαρική Ρωσία του αυτοκράτορα Αλέξανδρου Α’.

Ο αυτοκράτορας Αλέξανδρος Α' της Ρωσίας

Μεταστροφή πολιτικής

Όλα ξεκίνησαν όταν η αχανής χώρα έκρινε ότι θα έπρεπε να μεταστρέψει την πολιτική της και από την αποδοκιμασία της Επανάστασης που διακοινώθηκε με τη συγκατάθεσή της τον Μάιο του 1821 στο συνέδριο του Λάιμπαχ (τη σημερινή Λουμπλιάνα της Σλοβενίας), να οδηγηθεί δυόμιση χρόνια αργότερα στην αμέριστη στήριξη της προοπτικής επίλυσης του ελληνικού ζητήματος. Προκειμένου η ίδια να καρπωθεί εδάφη της παραπαίουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και να ισχυροποιήσει την επιρροή της στη νοτιοανατολική Ευρώπη, προτείνει τον Ιανουάριο του 1824 να δημιουργηθούν τρία αυτόνομα κρατικά μορφώματα που θα ήταν φόρου υποτελής στον σουλτάνο· εν προκειμένω στον Μαχμούτ Β’.

Οι κάτοικοι των τριών αυτών τμημάτων θα είχαν μεν όλες τις εξουσίες στα χέρια τους, βάσει του σχεδιασμού που είχε γίνει από την Πετρούπολη, αλλά θα κατέβαλλαν τη φορολογία στους επικυρίαρχους Τούρκους.

Η Ρωσία επιθυμούσε τη σύσταση αυτών των κρατών προκειμένου να λειτουργήσουν ως γέφυρες ώστε να καταφέρει επιτέλους να αποκτήσει την πολυπόθητη ελεύθερη πρόσβαση στις ζεστές θάλασσες του Αιγαίου και ευρύτερα της Μεσογείου.

Τα σύνορα ανά περιοχή

Οι αυτόνομες ηγεμονίες που είχε χαράξει στους χάρτες της και προωθούσε ώστε να λειτουργήσουν στα πρότυπα των Παραδουνάβιων περιοχών, θα ήταν: η μια στην ανατολική Ελλάδα έως και την Θεσσαλία, η άλλη στη δυτική Ελλάδα έως και τη νότια Ήπειρο και η τρίτη στην Πελοπόννησο που θα συμπεριλάμβανε και το νησί της Κρήτης. Οι κάτοικοι των τριών αυτών τμημάτων θα είχαν μεν όλες τις εξουσίες στα χέρια τους, βάσει του σχεδιασμού που είχε γίνει από την Πετρούπολη, αλλά θα κατέβαλλαν τη φορολογία στους επικυρίαρχους Τούρκους που θα διατηρούσαν περιορισμένη στρατιωτική δύναμη και ορισμένα στρατηγικής σημασίας φρούρια. Εγγυητές της εύρυθμης λειτουργίας όλου αυτού του συστήματος υποτίθεται πως θα ήταν οι Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής.

Πώς αντέδρασαν οι Μεγάλες Δυνάμεις

Στην πρώτη συζήτηση που θα πραγματοποιούταν τον Ιούνιο του 1824 επί του σχεδίου, η Γαλλία και η Πρωσία το δέχθηκαν χωρίς επιφυλάξεις πριν καν προσέλθουν. Η Αυστρία επίσης δεν είπε «όχι». Ζήτησε ωστόσο χρόνο ώστε να το σκεφτεί καλύτερα. Η θαλασσοκράτειρα Αγγλία, από την πλευρά της, ήταν καχύποπτη έναντι της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής, κάτι που είχε συμβεί αρκετές φορές και κατά το παρελθόν.

Το έγγραφο με την πρόταση των Τριών Τμημάτων, παρά το γεγονός ότι ήταν εμπιστευτικό τεχνηέντως, διέρρευσε, με αποτέλεσμα να το μάθουν οι Έλληνες και να το ερμηνεύσουν ως μια δόλια «απόπειρα κατακερματισμού τους και άρα μια ακόμη απόδειξη ότι η Ρωσία τους πρόδιδε»

Κατόπιν αλλεπάλληλων συσκέψεων, το Λονδίνο απάντησε πως θα συζητούσε επί της βάσης το σχέδιο, αρκεί μέχρι τις αρχές καλοκαιριού του 1824 που θα συγκεντρώνονταν όλοι μαζί να το αναλύσουν ενδελεχώς, η Ρωσία να είχε φροντίσει να αποκαταστήσει τις διπλωματικές της σχέσεις με την Οθωμανική Αυτοκρατορία – θυμίζουμε ότι έχουν προηγηθεί οι ρωσοτουρκικοί πόλεμοι του 1568-1570, 1570-1572, 1676-1681, 1686-1700, 1710-1711, 1735-1739, 1768-1774, 1787-1792 και 1806-1812. Θα ακολουθούσαν κι άλλοι στην πορεία με αποκορύφωμα τον Κριμαϊκό Πόλεμο το 1853-1856.

Η θαλασσοκράτειρα Αγγλία ήταν καχύποπτη έναντι της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής, κάτι που είχε συμβεί αρκετές φορές και κατά το παρελθόν.

Η κωλυσιεργία του Κάννινγκ

Επί της ουσίας αυτό που ήθελε να κερδίσει η Αγγλία ήταν χρόνος. Ο υπουργός Εξωτερικών και μετέπειτα πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας Τζωρτζ Κάννινγκ κωλυσιεργούσε επίτηδες προκειμένου να καταστεί ρυθμιστής της διπλωματικής σκακιέρας, αφού εκτιμούσε πως μ’ αυτόν τον τρόπο θα δημιουργούνταν προστριβές μεταξύ του τσάρου Αλέξανδρου Α’ και του καγκελάριου της Αυστριακής Αυτοκρατορίας Κλέμενς Βέντσελ Λόταρ φον Μέττερνιχ ο οποίος ήταν σφοδρός πολέμιος κάθε φιλελεύθερης διάθεσης και εμπνευστής της Ιεράς Συμμαχίας. Σκεφτόντουσαν και κάτι ακόμα. Ότι οι Έλληνες θα απογοητεύονταν από το ρωσικό σχέδιο των τριών τμημάτων, οπότε μοιραία θα στρέφονταν προς την πλευρά της Γηραιάς Αλβιώνας.

Yπάρχουν αρκετοί που υποστηρίζουν πως εάν είχαν δημιουργηθεί τότε τα τρία αυτά γεωγραφικά τμήματα θα είχαμε αποφύγει τις μετέπειτα αιματηρές μάχες και τον κίνδυνο να σβήσει η φλόγα του Αγώνα.

Κι αυτό ακριβώς έγινε. Το έγγραφο με την πρόταση των Τριών Τμημάτων, παρά το γεγονός ότι ήταν εμπιστευτικό τεχνηέντως, διέρρευσε, με αποτέλεσμα να το μάθουν οι Έλληνες και να το ερμηνεύσουν ως μια δόλια «απόπειρα κατακερματισμού τους και άρα μια ακόμη απόδειξη ότι η Ρωσία τους πρόδιδε» όπως αναφέρει χαρακτηριστικά και η συγγραφέας του βιβλίου «1821 – Η αρχή που δεν ολοκληρώθηκε» (εκδόσεις Πατάκη).

Το σχέδιο χωρίς τη στήριξη των Άγγλων ναυάγησε και η Ελλάδα συνέχισε να δίνει μάχες μέχρις εσχάτων σε βουνά, πεδιάδες και θάλασσες.

Το σχέδιο προκαλεί σάλο

Στις επαναστατημένες περιοχές προκαλείται σάλος. Στις 4 Νοεμβρίου 1824 η ελληνική πλευρά προσεγγίζει διερευνητικά τους Άγγλους ώστε να μάθει εάν όντως διαφωνεί με το ρωσικό σχέδιο προκειμένου να το καταγγείλουμε και εμείς ανοικτά. Δεν μας συνέφερε σε εκείνη τη χρονική στιγμή να έρθουμε σε ρήξη με τον τσάρο εάν δεν υπήρχε η στήριξη τουλάχιστον μιας από τις υπόλοιπες Μεγάλες Δυνάμεις. Τους επόμενους μήνες έγινε μεγάλη συζήτηση στον τόπο μας για το εάν και κατά πόσο ορθώς ήμασταν εξαρχής αρνητικοί ή μήπως τελικά μας συνέφερε να αναγνωριστούμε ως τρισυπόστατη αυτόνομη ηγεμονία με σύνορα από τη νότια Ήπειρο μέχρι την Κρήτη, καθώς εκείνη τη στιγμή δεν είχαμε τίποτα απτό παρά μόνο θύλακες, κυρίως στην Πελοπόννησο, χωρίς καμία επίσημη διεθνή αναγνώριση.

Αν λέγαμε «ναι»;

Ακόμη και σήμερα πάντως υπάρχουν αρκετοί που υποστηρίζουν πως εάν είχαν δημιουργηθεί τότε τα τρία αυτά γεωγραφικά τμήματα θα είχαμε αποφύγει τις μετέπειτα αιματηρές μάχες και τον κίνδυνο να σβήσει η φλόγα του Αγώνα – με την προοπτική βέβαια ότι θα ενωνόμασταν αργότερα, όπως το έπραξαν κι άλλα βαλκανικά κράτη συγκολλώντας ηγεμονίες. Με τα «αν» ωστόσο δεν γράφεται η ιστορία. Το σχέδιο χωρίς τη στήριξη των Άγγλων ναυάγησε και η Ελλάδα συνέχισε να δίνει μάχες μέχρις εσχάτων σε βουνά, πεδιάδες και θάλασσες.